Λουσία

I
Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν μία από τις κόρες του Λακεδαιμόνιου Υάκινθου, κατοίκου της Αττικής. Ένας χρησμός κάποτε ανέφερε ότι αρρώστια και πείνα θα απειλούσαν την Αθήνα στη διάρκεια της πολιορκίας του Μίνωα και χρειαζόταν να τελεστεί θυσία για να μην πραγματοποιηθεί η προφητεία. Η Λ. και οι αδελφές της δέχτηκαν τότε να θυσιαστούν στον τάφο του Κύκλωπα Γεραίστου. Από τη Λ. προήλθε και η ονομασία ενός δήμου της Οινηίδας φυλής, που βρισκόταν στην Ιερά Οδό.
II
Προσωνυμία της Δήμητρας, στη Θέλπουσα της Αρκαδίας. Στην περιοχή υπήρχε και ιερό της θεάς, κοντά στον Λάδωνα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Λουσία — Λουσίᾱ , Λουσίη fem nom/voc/acc dual Λουσίᾱ , Λουσίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σάντα Λούσια ή Σαιντ Λούσια — (Saint Lucia). Μικρό κράτος που υπάγεται στη Μεγ. Βρετανία από το 1967, γνωστό και με το εξελληνισμένο όνομα Αγία Λουκία. Αποτελείται από το ομώνυμο νησί, που βρίσκεται στο νοτιο κεντρικό τμήμα των Μικρών Αντιλλών (Προσήνεμοι Νήσοι) μεταξύ… …   Dictionary of Greek

  • Λουσίας — Λουσίᾱς , Λουσίη fem acc pl Λουσίᾱς , Λουσίη fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λουσίαι — Λουσίᾱͅ , Λουσίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καιρολουσία — καιρολουσία, ἡ (Α) το λουτρό που γίνεται την ώρα που πρέπει. [ΕΤΥΜΟΛ. < καιρός + λουσία (< λουτος < λούω), πρβλ. α λουσία, ψυχρο λουσία] …   Dictionary of Greek

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • ξηρολουσία — ξηρολουσία, ἡ (Α) λουτρό σε θερμή άμμο, αμμόλουτρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξηρός + λουσία < λούω), πρβλ. θερμο λουσία] …   Dictionary of Greek

  • ποδολουσία — η, Ν το ποδόλουτρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πόδι + λουσία (< λούση), πρβλ. ψυχρο λουσία. Η λ. μαρτυρείται από το 1849 στον Ν. Κωστή] …   Dictionary of Greek

  • πολυλουσία — ἡ, Μ το πολύ συχνό λούσιμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + λουσία (< λούω), πρβλ. ψυχρο λουσία] …   Dictionary of Greek

  • σκαφολουσία — ἡ, Α το λούσιμο σε σκάφη. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκάφη + λουσία (< λούω), πρβλ. ξηρο λουσία] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.